Ευρωπαϊκή Επιτροπή - Ομιλία [Ισχύει μόνο ό,τι λεχθεί προφορικά] Commissioner Tzitzikostas delivers a Keynote Speech at Excellence Centre Jean Monnet Brussels, 22 Οκτωβρίου 2026 Κύριε Πρύτανη, Αγαπητέ κύριε Βαλινάκη, Κυρίες και κύριοι, Σας ευχαριστώ για την πρόσκληση σε μια βραδιά που, πριν από οτιδήποτε άλλο, είναι η δική σας βραδιά. Το Κέντρο Αριστείας Jean Monnet ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2000, με πρωτοβουλία του...
Ευρωπαϊκή Επιτροπή - Ομιλία [Ισχύει μόνο ό,τι λεχθεί προφορικά] Commissioner Tzitzikostas delivers a Keynote Speech at Excellence Centre Jean Monnet Brussels, 22 Οκτωβρίου 2026 Κύριε Πρύτανη, Αγαπητέ κύριε Βαλινάκη, Κυρίες και κύριοι, Σας ευχαριστώ για την πρόσκληση σε μια βραδιά που, πριν από οτιδήποτε άλλο, είναι η δική σας βραδιά. Το Κέντρο Αριστείας Jean Monnet ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2000, με πρωτοβουλία του καθηγητή Γιάννη Βαλινάκη και με συμφωνία του Πανεπιστημίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σήμερα, που το Κέντρο γιορτάζει τα 25 χρόνια του, εξακολουθεί να λειτουργεί χωρίς διακοπή. Και σε μια χώρα όπου πολλά ξεκινούν με ενθουσιασμό και λίγα αντέχουν στον χρόνο, αυτό από μόνο του είναι ένα σημαντικό επίτευγμα. Κυρίες και κύριοι, Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω ανατρέχοντας σύντομα στο παρελθόν. Ας σκεφτούμε για μια στιγμή ποια ήταν τα βασικά θέματα που συζητούσε η Ευρώπη το 2000, όταν ξεκινούσε την πορεία του το Κέντρο Αριστείας Jean Monnet. Ήταν το ευρώ που ερχόταν, η μεγάλη διεύρυνση, η θεσμική μεταρρύθμιση, ήταν η Συνθήκη της Νίκαιας. Ας σκεφτούμε τώρα τι συζητάει η Ευρώπη σήμερα: Άμυνα και ασφάλεια. Κρίσιμες πρώτες ύλες. Διαδρόμους. Ενεργειακή ασφάλεια. Και εδώ θέλω να κάνω μία επισήμανση πέρα από την προφανή, του πόσο διαφορετική είναι η εποχή που ζούμε. Ανάμεσα στα πρώτα ερευνητικά αντικείμενα του Κέντρου ήταν η ασφάλεια και η ενέργεια στην Ανατολική Μεσόγειο. Όταν ξεκινούσε αυτή η έρευνα, το θέμα θεωρούνταν περιφερειακό και αντιμετωπιζόταν σχεδόν ως εξειδίκευση. Σήμερα το θέμα αυτό βρίσκεται στον πυρήνα της ευρωπαϊκής ατζέντας. Αυτό λοιπόν δείχνει, μεταξύ και πολλών άλλων, πόσο σημαντική και σοβαρή δουλειά γίνεται από το Κέντρο Αριστείας Jean Monnet και πόσο διορατική είναι η ματιά σας, δουλεύοντας πάνω σε ερωτήματα πριν αυτά γίνουν απολύτως επείγοντα. Σήμερα λοιπόν, μιλάω σε ανθρώπους που μελετούν την Ένωση και έχουν πολύ καλή και βαθιά γνώση των ευρωπαϊκών ζητημάτων. Άρα θα ήταν χάσιμο χρόνου να συζητήσουμε το γιατί έχει σημασία η Ευρώπη και το αν πρέπει να την υπερασπιστούμε όπως είναι σήμερα. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ευρώπη μπορεί να αλλάξει γρήγορα, χωρίς να πάψει να είναι ο εαυτός της, χωρίς να αλλάξει τις θεμελιώδεις αξίες της. Γιατί, κυρίες και κύριοι, είναι γεγονός ότι ο κόσμος σήμερα κινείται ταχύτερα από τους θεσμούς μας, ότι ο πόλεμος επέστρεψε στην ήπειρό μας, ότι οι εφοδιαστικές αλυσίδες έγιναν εργαλείο πίεσης, ότι όσα θεωρούσαμε δεδομένα, η ενέργεια, οι θαλάσσιοι δρόμοι, η ασφάλεια των ίδιων των υποδομών μας, έπαψαν να είναι. Άλλωστε, το είδαμε αυτό καθαρά με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από αυτή την αίθουσα, αλλά με τις επιπτώσεις να φτάνουν ταχύτατα στις ευρωπαϊκές εισαγωγές ενέργειας, στις αεροπορικές πτήσεις, στο κόστος των μεταφορών, στην καθημερινότητα των πολιτών. Και φυσικά χρειάζονται μέτρα. Μέτρα άμεσα, που θα ανακουφίσουν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Χρειάζονται όμως και δομικές αλλαγές, που επίσης πρέπει να ξεκινήσουν άμεσα. Δομικές αλλαγές με στόχο τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, που δεν αποτελεί μια αφηρημένη πολιτική έννοια, αλλά ουσιαστικά είναι η ικανότητά μας να αποφασίζουμε ελεύθερα, να ενεργούμε αποτελεσματικά και να μην εξαρτάται η ασφάλεια και η ευημερία των πολιτών από αποφάσεις που λαμβάνονται αλλού. Αυτό προϋποθέτει ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, εναλλακτικές εφοδιαστικές διαδρομές, ενεργειακή ασφάλεια, τεχνολογική καινοτομία αλλά και αξιόπιστη άμυνα. Προϋποθέτει, όμως, και κάτι που συχνά ξεχνούμε: την ικανότητα να μετακινούμε ανθρώπους, αγαθά και κρίσιμους πόρους εκεί όπου χρειάζονται, όταν χρειάζονται. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η στρατηγική σημασία των υποδομών και των μεταφορών, κάτι που αποτυπώθηκε και στην πρόσφατη ομιλία της Προέδρου της Κομισιόν για την κατάσταση της Ένωσης, κατά την οποία απαρίθμησε τους καταλύτες στους οποίους πρέπει να επενδύσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αναφέρθηκε στην αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα, στο διάστημα, στον κυβερνοχώρο, στον ανεφοδιασμό εν πτήσει, αλλά και στις στρατηγικές μεταφορές. Και αυτό, κυρίες και κύριοι, αποτελεί μία μεγάλη τομή για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι μεταφορές πλέον δεν είναι μόνο οικονομία, εμπόριο και μετακινήσεις. Είναι στρατηγικές υποδομές, τόσο σε καιρό ειρήνης όσο και σε καιρό κρίσης. Και για το χαρτοφυλάκιο των υποδομών και των μεταφορών, αυτό σημαίνει μια σαφή και μεγάλη ευθύνη: να διασφαλίσουμε ότι τα ευρωπαϊκά δίκτυα δεν θα συνδέουν απλώς τις οικονομίες μας, αλλά θα μπορούν να υπηρετούν και τις στρατηγικές ανάγκες της Ένωσης. Γιατί η Ευρώπη είναι τόσο ισχυρή όσο η ικανότητά της να κινείται, να συνδέεται και να αντιδρά όταν χρειάζεται. Οι υποδομές λοιπόν, οι μεταφορές, η ναυτιλία, η στρατιωτική κινητικότητα αλλά και ο τουρισμός, που αντιστοιχούν περίπου στο 40% του ελληνικού ΑΕΠ, βρίσκονται πλέον στον πυρήνα των ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων για την ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και την άμυνα. Και αυτό αποτυπώνεται και στην πρόταση της Κομισιόν για τον επόμενο προϋπολογισμό, με διπλασιασμό των πόρων για τις υποδομές και τις μεταφορές στα 51,5 δισ. ευρώ και δεκαπλασιασμό των πόρων για τη στρατιωτική κινητικότητα στα 17 δισ. ευρώ. Θα μπορούσα να μιλήσω αναλυτικά σήμερα για την τεράστια σημασία των τομέων αυτών: Για τα ευρωπαϊκά λιμάνια που διακινούν το 75% του εξωτερικού εμπορίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για την ευρωπαϊκή ναυτιλία που ελέγχει το 33% της δραστηριότητας του κλάδου παγκοσμίως. Για τον τουρισμό που είναι ευρωπαϊκός οικονομικός γίγαντας με εκατομμύρια επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας. Για τη στρατιωτική κινητικότητα και τη δημιουργία της «Στρατιωτικής Σένγκεν». Για τον κάθετο σιδηροδρομικό και οδικό άξονα Αιγαίου – Μαύρης Θάλασσας, το έργο που από την πρώτη στιγμή που ανέλαβα τα καθήκοντά μου αποτέλεσε κορυφαία προτεραιότητά μου, καθώς αναβαθμίζει ολόκληρη την περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης και μετατρέπει την Ελλάδα σε πύλη εμπορίου και τουρισμού, αλλά και κόμβο για την άμυνα και την ασφάλεια της περιοχής. Για τον Μεσαίο Διάδρομο, ένα έργο που συνδέει τον Νότιο Καύκασο και την Κεντρική Ασία απευθείας με την ευρωπαϊκή αγορά και θα συνδεθεί στον άξονα Αιγαίου – Μαύρης Θάλασσας. Και σε όλα αυτά πλέον η Ελλάδα έχει ρόλο κεντρικό, ρόλο καθοριστικό. Κυρίες και κύριοι, Φέτος συμπληρώθηκαν σαράντα πέντε χρόνια από την 1η Ιανουαρίου 1981. Έχουμε συνηθίσει να μετράμε αυτή τη σχέση σε κονδύλια. Είναι όμως η μισή εικόνα, και μάλιστα η λιγότερο ενδιαφέρουσα. Γιατί η ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν πρώτα απ' όλα στρατηγική επιλογή. Έδεσε οριστικά τη μεταπολιτευτική Ελλάδα με τον ευρωπαϊκό θεσμικό και δημοκρατικό χώρο. Και σήμερα η σχέση αυτή έχει ωριμάσει. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο χώρα που ωφελείται από την Ευρώπη. Είναι χώρα που συνεισφέρει σε αυτήν, στη ναυτιλία, στην ενέργεια, στη φύλαξη των εξωτερικών συνόρων, στην ασφάλεια της ανατολικής πτέρυγας. Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή των σαράντα πέντε χρόνων. Και τολμώ να πω ότι δεν την έχουμε συνειδητοποιήσει αρκετά, ούτε εμείς ούτε οι εταίροι μας. Όπως επίσης τολμώ να πω ότι η Ευρώπη πολλές φορές καθυστερεί. Συχνά αντιδρά εκ των υστέρων. Μερικές φορές φοβάται να αναλάβει ρίσκο. Δεν θα προσποιηθώ ότι αυτά δεν ισχύουν. Αλλά ρωτώ: Ποια άλλη διεθνής δύναμη έχει τη θεσμική ωριμότητα να αναγνωρίζει τα λάθη της και να τα διορθώνει δημοκρατικά; Ποια άλλη υπερεθνική οντότητα αντέχει να λειτουργεί με 27 εθνικά κοινοβούλια, 24 γλώσσες, διαφορετικές οικονομίες και, παρ' όλα αυτά, να προχωράει μπροστά; Το γεγονός ότι σήμερα μπορούμε να συζητούμε ελεύθερα για τα ελλείμματα και τις καθυστερήσεις μας είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ίδια η κριτική είναι η απόδειξη ότι ζούμε σε έναν χώρο πλουραλισμού και δημοκρατίας. Και για να επεκτείνω το ερώτημα: Σε ποιον άλλο αναδυόμενο παγκόσμιο πόλο μπορεί να λάβει χώρα μια τέτοια ανοιχτή – δημόσια – βαθιά συζήτηση για τις επιλογές, τα λάθη και τις υπαρκτές υστερήσεις; Ας το έχουμε και αυτό κατά νου. Η Ευρώπη λοιπόν δεν είναι αργή, είναι περίπλοκη. Δεν είναι διστακτική, είναι δημοκρατική. Και γι' αυτό ακριβώς αντέχει. Και ξέρουμε το κόστος αυτής της επιλογής. Είναι όμως για εμάς μια επιλογή αξιακή. Γιατί η Ευρώπη δεν είναι απλά ένας ενιαίος χώρος και μια κοινή αγορά, είναι περισσότερο μια αξιακή επικράτεια. Και κάπου εδώ αξίζει να αναφερθούμε στον Ζαν Μονέ, που είχε προβλέψει ότι: «Η Ευρώπη θα οικοδομηθεί μέσα από κρίσεις και θα είναι το άθροισμα των λύσεών τους». Μετά την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του '70, δημιουργήσαμε την ενιαία αγορά. Μετά την πτώση του Τείχους, εντάξαμε χώρες που για δεκαετίες βρίσκονταν απομονωμένες. Στην πανδημία, που πολλοί φοβήθηκαν ότι θα κατακερματίσει την Ευρώπη, δημιουργήσαμε το Ταμείο Ανάκαμψης, κάτι αδιανόητο λίγα χρόνια νωρίτερα. Έχουμε λοιπόν βάσιμους λόγους να αισιοδοξούμε ότι οι κρίσεις της εποχής μας θα γίνουν για ακόμα μία φορά το εφαλτήριο που τελικά θα οδηγήσει την Ευρώπη στην πολιτική εμβάθυνση, που είναι και το κύριο ζητούμενο εδώ και αρκετά χρόνια. Κυρίες και κύριοι, Οι δράσεις που φέρουν το όνομα του Ζαν Μονέ ξεκίνησαν το 1989, τη χρονιά που έπεφτε το Τείχος, και σήμερα συμμετέχουν σε αυτές περίπου 9.000 πανεπιστημιακοί κάθε χρόνο, σε πάνω από 1.000 πανεπιστήμια και περίπου 100 χώρες. Δεν πρόκειται για πρόγραμμα δημοσίων σχέσεων. Είναι η παραδοχή ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν χρειάζεται μόνο συνθήκες. Χρειάζεται ανθρώπους που καταλαβαίνουν πώς δουλεύει και που μπορούν να διαφωνούν για το πού πρέπει να πάει, χωρίς όμως να χάνουν από τα μάτια τους την αξία του κοινού ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Ο Μονέ πίστευε στη δύναμη των συγκεκριμένων επιτευγμάτων. Μια σύνδεση που δεν υπήρχε. Ένα εμπόδιο που καταργείται. Μια υπογραφή τριών χωρών σε ένα γραφείο στις Βρυξέλλες, ένα πρωινό του Οκτωβρίου. Όλα αυτά κινούν την Ευρώπη μπροστά. Κλείνω λοιπόν από εκεί που ξεκίνησα. Πριν από είκοσι πέντε χρόνια, όταν δημιουργήθηκε αυτό το Κέντρο, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ότι η Ευρώπη θα συζητούσε σήμερα για διαδρόμους, για άμυνα και για το ποιος ελέγχει τις πρώτες ύλες. Ούτε γνωρίζουμε ακριβώς τι θα συζητάμε σε είκοσι πέντε χρόνια από σήμερα, μετά και τη ραγδαία ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ξέρουμε όμως ποιοι θα δώσουν τις απαντήσεις. Θα είναι άνθρωποι που έμαθαν πώς λειτουργεί αυτή η Ένωση από μέσα. Και τέτοιους ανθρώπους τους φτιάχνουν αίθουσες όπως αυτή. Σας το λέω αυτό χωρίς καμία διάθεση φιλοφρόνησης: η γνώση που αποκτάτε εδώ δεν είναι ακαδημαϊκή πολυτέλεια. Είναι επείγουσα ανάγκη. Συγχαρητήρια για το έργο σας. Θερμά συγχαρητήρια στον Γιάννη Βαλινάκη, για τη διορατικότητά του, το τεράστιο ακαδημαϊκό του έργο και τη σπουδαία προσφορά του στη χώρα και την Ευρώπη. Χρόνια πολλά στο Κέντρο Αριστείας Jean Monnet. Σας ευχαριστώ. SPEECH/26/2227 <@rel_link@>